diabetes-med.gr

Υπολογισμός μονάδων ινσουλίνης

Υπολογισμός μονάδων ινσουλίνης

1. Γευματική (ταχεία) ινσουλίνη

Κάθε ασθενής που ακολουθεί εντατικοποιημένο σχήμα ινσουλινοθεραπείας, πριν από κάθε γεύμα καλείται να υπολογίσει πόσες μονάδες ταχείας ινσουλίνης πρέπει να κάνει. Η τελική ποσότητα των μονάδων εξαρτάται από δυο επιμέρους στοιχεία:

  1. Τα «ισοδύναμα υδατανθράκων» που περιέχονται στο πιάτο που έχει μπροστά του και
  2. Τη «διόρθωση» ανάλογα με την τιμή του σακχάρου που μετράει εκείνη τη στιγμή.

Όσον αφορά τη «διόρθωση»:

  • από την τιμή του σακχάρου που μετράμε αφαιρούμε 100 και
  • το νούμερο που βγαίνει το διαιρούμε (συνήθως) με το 50 (ή το 40, κάτι που θα το έχει υπολογίσει από πριν ο γιατρός).

Πιο απλά: Βλέπουμε πόσο πάνω από το στόχο μας (το 100) βρίσκεται το σάκχαρό μας και συγκεκριμένα σε πόσα 50άρια (ή 40άρια) μεταφράζεται αυτή η απόσταση. Π.χ. αν πριν το φαγητό έχουμε σάκχαρο 200 mg/dl, είμαστε πάνω από το στόχο κατά 100 mg/dl, δηλαδή δύο 50άρια. Οπότε για τη διόρθωση θα χρειαστεί να κάνουμε 2 μονάδες επιπλέον από αυτές που θα υπολογίσουμε με βάση τα ισοδύναμα υδατανθράκων.

Τα «ισοδύναμα υδατανθράκων» είναι αυτά που βασικά θα μας δείξουν πόση ινσουλίνη θα χρειαστούμε για να «κάψουμε» το φαγητό που θα φάμε. Υπάρχουν ειδικοί πίνακες με αυτά τα ισοδύναμα, τα οποία δεν είναι τίποτε άλλο από τις ποσότητες των διαφόρων συγκεκριμένων τροφών που μας δίνουν τα ίδια (ή αντίστοιχα) θρεπτικά συστατικά. Ασχολούμαστε με τα ισοδύναμα των υδατανθράκων συγκεκριμένα γιατί, από τα συστατικά της τροφής, οι υδατάνθρακες είναι βασικά αυτοί που ανεβάζουν το σάκχαρο και χρειάζονται την ινσουλίνη για να «καούν». Και σε αυτήν την περίπτωση, ο γιατρός θα υπολογίσει από πριν πόσες μονάδες ινσουλίνης χρειάζονται για κάθε ισοδύναμο υδατανθράκων (συνήθως 1 ή 1,5 μονάδα ανά ισοδύναμο). Έτσι, αν ο ασθενής του προηγούμενου παραδείγματος ξέρει από το γιατρό του ότι χρειάζεται 1 μονάδα ανά ισοδύναμο και μετρήσει ότι θα φάει π.χ. 3 ισοδύναμα, θα κάνει 3 μονάδες για το φαγητό του, οπότε συνολικά (μαζί με τη διόρθωση) 2+3=5 μονάδες ινσουλίνης.

Μπορείτε να «κατεβάσετε» έναν πρακτικό κατάλογο με τα ισοδύναμα υδατανθράκων:

isodynama_thumb

Θα διαπιστώσετε ότι από τις ομάδες τροφίμων δεν αναφέρουμε καθόλου στον κατάλογο αυτό τα πρωτεϊνούχα (κρέατα, ψάρια, πουλερικά, αυγά) και τα λίπη (λάδι, τυρί, ξηρούς καρπούς κ.ά). Οι τροφές αυτές περιέχουν ελάχιστους ή καθόλου υδατάνθρακες και πρακτικά δεν χρειάζεται να προσθέσουμε επιπλέον μονάδες ινσουλίνης. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι περιέχουν αρκετές θερμίδες, οπότε η κατανάλωσή τους πρέπει έτσι κι αλλιώς να γίνεται με μέτρο.

Για περισσότερες πληροφορίες και αναλυτικότερους καταλόγους μπορείτε να «κατεβάσετε» από την ιστοσελίδα της Ελληνικής Διαβητολογικής Εταιρείας τον οδηγό διατροφής για τη ρύθμιση του διαβήτη.

2. Βασική ινσουλίνη

Η βασική ινσουλίνη μπορεί να χρησιμοποιείται είτε στα πλαίσια εντατικοποιημένου σχήματος, είτε σε συνδυασμό με δισκία (σε διαβήτη τύπου 2). Συνήθως χρησιμοποιείται κάποιο από τα ανάλογα μακράς δράσης, κάνοντας μία ένεση κάθε βράδυ. Οι μονάδες που χρειάζεται κάθε διαβητικός διαφέρουν πάρα πολύ κατά περίπτωση, αφού εξαρτώνται τόσο από την εκκριτική ικανότητα που μπορεί να έχει ακόμα το πάγκρεας όσο και από το βαθμό αντίστασης στην ινσουλίνη κάθε ατόμου. Μπορεί να χρειάζονται πχ από 0,2 μονάδες ανά κιλό σωματικού βάρους, μέχρι και 0,5 ή 0,7 ή και περισσότερες ανά κιλό (κυρίως σε άτομα παχύσαρκα, με μεγάλη αντίσταση). Αυτό που συνήθως κάνουμε για τον ακριβή υπολογισμό είναι το εξής:

    -Αρχίζουμε με μια λογική δόση, λαμβάνοντας υπόψη τους παραπάνω παράγοντες. Προτιμάμε να δώσουμε λιγότερη παρά περισσότερη ινσουλίνη, έτσι ώστε να μην έχουμε υπογλυκαιμίες. Μια συνήθης δόση έναρξης μπορεί να είναι πχ 10-12 μονάδες.

    -Τιτλοποιούμε (προσαρμόζουμε) τη δόση ανάλογα με το πρωινό σάκχαρο νηστείας: Εάν το πρωινό σάκχαρο είναι για τρεις συνεχόμενες ημέρες υψηλότερο από το επιθυμητό (πχ >120 mg/dl), τότε προσθέτουμε 2 μονάδες στη βραδυνή δόση. Εάν και με τη νέα δόση τα επόμενα πρωινά είναι πάλι >120 mg/dl, προσθέτουμε άλλες 2 μονάδες κ.ο.κ. Εάν κάποια στιγμή κάνουμε υπογλυκαιμία (ή βρούμε το πρωινό σάκχαρο <70 mg/dl), αφαιρούμε 2 μονάδες.

Έτσι, η δόση της βασικής ινσουλίνης που θα κάνουμε κάθε φορά δεν εξαρτάται ούτε από το (βραδυνό) σάκχαρο που έχουμε τη στιγμή που την κάνουμε, ούτε από το αν πρόκειται να φάμε πολύ, λίγο ή καθόλου βραδυνό φαγητό. Απλά είναι φρόνιμο, εάν το σάκχαρο πριν τον ύπνο είναι αρκετά χαμηλό, να μην κοιμηθούμε με τελείως άδειο στομάχι (για το φόβο υπογλυκαιμίας).

3. Μείγματα ινσουλίνης

Η ρύθμιση της δόσης των μειγμάτων ινσουλίνης ακολουθεί σε γενικές γραμμές λογική παρόμοια με αυτήν της βασικής ινσουλίνης. Συνήθως τα μείγματα γίνονται σε δύο δόσεις, πρωί και βράδυ. Ξεκινάμε με σχετικά μικρές δόσεις και στη συνέχεια τις αυξάνουμε σιγά σιγά, έτσι ώστε με κάθε ένεση να ρυθμίζουμε το σάκχαρο αμέσως πριν από την επόμενη ένεση. Έτσι, αυξάνουμε τη βραδυνή όταν έχουμε υψηλά πρωινά σάκχαρα, ενώ αυξάνουμε την πρωινή όταν έχουμε υψηλά βραδυνά (προγευματικά).

Ο περιορισμός που υπάρχει με τα μείγματα είναι ο κίνδυνος υπογλυκαιμίας λίγες ώρες μετά την ένεση (που οφείλεται στην ταχεία ινσουλίνη του μείγματος). Έτσι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας και στο πρόγραμμά μας κάποιο snack για εκείνες τις ώρες, ειδικά εάν οι δόσεις που χρειαζόμαστε είναι μεγάλες. Εάν, παρόλα αυτά, συμβαίνουν υπογλυκαιμίες πριν το μεσημέρι ενώ το βραδυνό σάκχαρο είναι ακόμα υψηλό, ίσως χρειαστεί να τροποποιήσουμε το θεραπευτικό σχήμα προσθέτοντας λίγες μονάδες με μια τρίτη ένεση πριν το μεσημεριανό.